Ο Στρίγγλος Που Έγινε Αρνάκι [1968]

strigglos

Είδος: Κωμωδία
Σκηνοθεσία / Σενάριο: Σακελλάριος Αλέκος
Παραγωγή: Καραγιάννης / Καρατζόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Κωνσταντάρας Λάμπρος, Κοντού Μαίρη, Ξενίδης Σταύρος, Κωνσταντάρα Μίτση, Παπαδόπουλος Θανάσης, Λιάρος Πάυλος, Ιωαννίδης Βαγγέλης, Παπαχρήστος Κώστας, Κυριακίδης Νίκος, Τσουκαλάς Νίκος, Γεωργιάδης Βασίλης, Σαλάχας Γιώργος.
Διάρκεια: 82
Εισιτήρια: 360407
Α' Προβολή: 22/1/1968

Υπόθεση:

Πλοίαρχος και χήρος με τρία παιδιά, ο Λεωνίδας Πετρόχειλος παρόλο που επιβάλει την πειθαρχεία στη σχολή Ναυτικών Δοκίμων που διευθύνει, δεν καταφέρνει να κάνει το ίδιο και στο σπίτι του, απο τότε που η συνχωρεμένη γυναίκα του τον άφησε μόνο με τους τρείς αχαϊρευτους και μαντραχαλάδες γιους του. Χάος και αταξία επικρατεί, μέχρι που μια κυρία "ατυχήσασα", η κυρία Μαίρη, που θα έρθει στο σπίτι, σαν οικονόμος, θα αλλάξει τη ζωή τους...

Σχόλια:

Κινηματογραφική διασκευή της θεατρικής κωμωδίας "Μια Κυρία Ατυχήσασα" των Σακελλάριου / Γιαννακόπουλου.

Ατάκες:

ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ (ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ): Μα ο σκοπός είναι να είσαι όρθιος και να τα λες από απέξω σου. Ξαπλωμένος κι από μέσα σου, δεν πας για γιατρός, πας για φακίρης.
(και λίγο μετά)
ΚΙΜΩΝ (ΛΙΑΡΟΣ): Εγώ πατέρα, πάω να διαβάσω.
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Καλά παιδάκι μου, διάβασε. Κι αν κουραστέις ανάσκελα, διάβασε και λίγο μπρούμυτα.

(Ο μικρός γιος έχει φέρει τη μηχανή μέσα στο σαλόνι)
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ (ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ): Τι ´ν´ αυτό βρε; Εδώ μου την κουβάλησες; Γι´ αυτό φαγώθηκες να στην αγοράσω;
ΜΠΑΜΠΗΣ (ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ): Αφού κάτω δεν κλείνει καλά η πόρτα και μπορεί να μου την κλέψουνε...
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Ωραία! Έχουμε μια μοτοσυκλέτα στην τραπεζαρία, να βάλουμε κι από ένα τζιπ στις κρεβατοκάμαρες και να το κάνουμε Σώμα Αμέσου Δράσεως! Γιατί σπίτι μια φορά αυτό εδώ πέρα δεν είναι!

ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Αν ήταν σπίτι εδώ μέσα, αυτή την ώρα που ήρθα έπρεπε να ήταν στρωμένο το τραπέζι. Και στην κουζίνα τέλος πάντων να βρίσκεται ένα τσουκάλι με κανένα φαγάκι του Θεού...

ΚΙΜΩΝ (ΛΙΑΡΟΣ): Αλήθεια τι γίνεται, θα βάλουμε καμιά μπουκιά στο στόμα μας σήμερα;
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Ξέρω ´γω; Εγώ μια φορά έφερα μαζί μου λίγο τυρί, λίγο ζαμπόν, λίγο σαλάμι. Άνοιχτο ρε Κίμων. (Το πετάει στον Παύλο Λιάρο)
ΚΙΜΩΝ: (Το πετάει στον Γιάννη Παπαδόπουλο) Άνοιχτο ρε Αντρέα!
ΑΝΤΡΕΑΣ (ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ): (Το πετάει στο μικρό) Ίσα ρε Μπάμπη! Άνοιχτο!

ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Στην κουζίνα υπάρχει τίποτα; [για φαί] Για ρίξε μια ματιά ρε Κίμωνα, στο ντουλάπι, στην κουζίνα, στο ψυγείο, όλο και κάτι θα υπάρχει.
ΚΙΜΩΝ: Ρε Αντρέα, ρίξε μια ματιά στην κουζίνα να δεις αν υπάρχει τίποτα.
ΑΝΤΡΕΑΣ: Άντε ρε Μπάμπη! Σάλτα μια στιγμούλα μέχρι την κουζίνα.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Σε σένα το ´πανε!
ΑΝΤΡΕΑΣ: Βρε κάνε εκείνο που σου λένε!
ΚΙΜΩΝ: Εσένα δηλαδή θα σου κοβότανε η μέση δηλαδή να πεταχτείς μέχρι την κουζίνα;
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Άντε βρε παιδιά! Αηδία καταντήσαμε εδώ μέσα!

ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Αλλά δε φταίτε εσείς βρε! Εγώ φταίω! Που για να κάνω ένα κοριτσάκι που λαχτάριζε η ψυχή μου τιγκάρισα μια μάντρα κρεμανταλάδες! Ένα παιδί ήθελα εγώ μωρέ! Ένα! Κι αυτό κοριτσάκι. Εσάς δε σας ήθελα. Πώς μπήκατε στη μέση εσείς; Να κάνουμε ένα κοριτσάκι, να έχουμε δυο χέρια πονετικά στα γεράματά μας με τη μακαρίτισσα τη μάνα σας. Περνάν´ οι εννιά μήνες, να ο πρώτος μουστακαλής. Ε, λέμε, μια και ήταν το τυχερό, ας κάνουμε τώρα και το κοριτσάκι. Άλλοι εννιά μήνες, άλλος μουστακαλής. Ε, τώρα λέμε, δε μας γλυτώνει το κοριτσάκι. Αφού τα φτιάξαμε όλα ροζ προκαταβολικώς: ροζ ζιπουνάκια, ροζ σαλιαρίτσες, ροζ κρεβατάκι, ροζ κορδέλες... Άλλοι εννιά μήνες, να κι ο τρίτος μουστακαλής. Άλλαξα τα ροζ και τα ´βαψα μπλε, αντί να τα βάψω μάυρα. Γιατί αντί να βάλω την ευλογία του Θεού στο σπίτι μου, έβαλα ένα λόχο ταβλαδόρους.

ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Άντε να πάρεις ψωμί.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Πόσο να πάρω;
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Ξέρω ´γω; Πάρε καμιά πενηνταριά κιλά. Και ν´ αποφασίσουμε ένα βράδυ να κάνουμε ξενύχτι να το κάνουμε παξιμάδια. Έτσι όπως πάμε, το φαί θα κοπεί που θα κοπεί εδώ μέσα, να ´χουμε τουλάχιστον κάτι να τραγανίζουμε σα σκίουροι...

(Ο μικρός γιος πάει να πάρει ψωμί καβαλώντας τη μηχανή του μέσα στο σαλόνι)
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Βρε συ! Τι κάνεις; Τσίρκο είν´ εδώ μέσα; Πού πας;
ΜΠΑΜΠΗΣ: Δε μου είπατε να πάω στο φούρνο;
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Και γιατί να πας με τη μηχανή παιδάκι μου; Δυο βήματα είναι ο φούρνος.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Κι αφού την έχω γιατί να πάω με τα πόδια;
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Άει στο διάολο! Να γλυτώσουμε κι απ´ τα καυσαέρια!

(Κάθονται στο τραπέζι να φάνε, και τα παιδιά ορμάνε στα φαγητά)
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Κάντε και κανένα σταυρό βρε παιδιά, κάντε και κανένα σταυρό! Να μας βγει σε καλό!
(Κάνουν όλοι από ένα γρήγορο σταυρό)
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Σταυρό είπα! Όχι μαντολίνο!

(Τρώνε κι ο Κωσταντάρας πνίγεται)
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: [πνιγμένα] Λίγο νερό βρε παιδιά! Λίγο νερό!
ΚΙΜΩΝ: Αντρέα!
ΑΝΤΡΕΑΣ: Τι είναι «Αντρέα» πάλι;
ΚΙΜΩΝ: Σάλτα γέμισ´ την κανάτα νερό.
ΑΝΤΡΕΑΣ: (Προς τον μικρό) Δεν άκουσες ρε;
ΜΠΑΜΠΗΣ: Τι ν´ «ακούσω ρε»;
ΑΝΤΡΕΑΣ: Πήγαινε να φέρεις λίγο νερό!
ΜΠΑΜΠΗΣ: Πάλι εγώ;
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Άντε βρε παιδιά. Συννενοηθείτε προτού γκαργκανιάσουμε εδώ μέσα!
Μικρός: Μα όλα θα τα κάνω εγώ εδώ μέσα; Εγώ για το ψωμί, εγώ για το μπουρνούζι, εγώ για το νερό, εγώ όλα;
ΑΝΤΡΕΑΣ: Και τη σαλάτα ποιος την έκοψε βρε; Ποιος έβαλε λάδι;
ΚΙΜΩΝ: Και το σαλάμι ρε ποιος το έκοψε; Κι έστρωσα ολόκληρο τραπέζι!
ΜΠΑΜΠΗΣ: Εγώ μια φορά δεν πάω πουθενά!
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Άντε βρε παιδιά να φέρετε λίγο νερο! Να πεθάνει κανείς από δίψα στην καρδιά της Σαχάρας πάει κι έρχεται! Σαχάρα είν´ αυτή! Αλλά να πεθάνει κανείς από δίψα στην καρδιά της Αθήνας, πάει στο διάολο!
ΚΙΜΩΝ: Ρε τι ´σαστε 'σεις; Ο πατέρας σας ρε, ο πατέρας σας... Τι σας ζήτησε; Ένα ποτήρι νερό σας ζήτησε...
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Παλιόπαιδα!
ΚΙΜΩΝ: Άντε βρε πατέρα να πιεις μόνος σου. Κι άμα θα ´ρθεις, φέρε μου κι εμένα ένα ποτήρι...

ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Ε... δηλαδή, θέλω να πω... αν εσείς είστε μια κυρία ατυχήσασα, πώς θα ήταν μια κυρία ευτυχήσασα;
ΚΥΡΙΑ ΜΑΙΡΗ (ΚΟΝΤΟΥ): Έχω κάνει και ευτυχήσασα. Κι αν σας παραξενεύει το ντύσιμό μου, είναι γιατί είμαι μια κυρία ατυχήσασα, που φοράει τα ρούχα μιας κυρίας ευτυχησάσης.

ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Εμένα μου φαίνεται βουνό.
ΚΥΡΙΑ ΜΑΙΡΗ: Ό,τι φαίνεται βουνό για έναν άντρα, για μια γυναίκα είναι πεδιάδα.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ (ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑ): Άτιμη κοινωνία που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους τους ρίχνεις στα ξένα χέρια...

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Κύριε Πετρόχειλο. Κάποτε ήμουνα πουλί και μ' αγαπήσανε πολλοί.
ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: Τι πουλί ήσουνα, πανάθεμα σε; Το πολύ να 'σουνα καμμιά καρακάξα!

ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ: ...το νου σας ρεμάλια! Το νου σας ρεμάλια!


πηγή υπόθεσης: Multimedia CD-ROM Ελληνικός Κινηματογράφος 1997 ΕΘΝΟDATA
πηγή σχολίων: Δίτομη Εγκυκλοπαίδεια Ελληνικός Κινηματογράφος 2005 Ελληνικά Γράμματα ISBN: 9604067761
Φωτογραφία: Το Κουτί Με τις Ατάκες, Εκδόσεις Σιούρτης