Πολυτεχνίτης Κι Ερημοσπίτης [1963]


polutexniths


Εναλλακτικός Τίτλος:
Ο Καρχαρίας, ο Θανάσης και τα Κορίτσια του
Είδος:
Κωμωδία
Σκηνοθεσία: Σακελλάριος Αλέκος
Σενάριο: Σακελλάριος Αλέκος, Γιαννακόπουλος Χρήστος
Παραγωγή: Καραγιάννης - Καρατζόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Βέγγος Θανάσης, Νικολαϊδης Δημήτρης, Καϊλας Βασιλάκης, Βογιατζής Γιάννης, Φέρμας Νίκος, Γιουλάκη Κατερίνα, Τζίφος Γιώργος, Πλατής Νικήτας, Καραβουσάνος Πάνος, Βλαχόπουλος Γιώργος, Κονταρίνης Ερρίκος, Οικονόμου Έφη, Μπριόλας Ερρίκος, Μεντής Κώστας, Αγγελίδης Ράλλης, Μεριδιώτου Βάσω, Βλαδίμηρου Υβόννη, Γαβριηλίδης Γιώργος, Ντάλι Γκιζέλα, Μεταξά Μαίρη, Κουφουδάκης Αντώνης, Νάκος Γιώργος, Προύσαλης Αθηνόδωρος, Κρεββατά Μαρίκα, Μοσχονά Μπέτυ, Λινάρδου Νίκη, Μωραϊτης Γιάννης, Αλεξόπουλος Στ.
Διάρκεια: 80
Εισιτήρια: 184900
Α' Προβολή: 30/9/1963

Πολυμέσα: Αρχεία Video

Υπόθεση:

Ο Θανάσης Μπιρμπίλης, ένας αγράμματος επαρχιώτης, εγκαταλείπει το χωριό του και έρχεται στην Αθήνα, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η μία αποτυχία διαδέχεται την άλλη αλλάζοντας πολλές δουλειές και κάνοντας απίστευτες γκάφες. Πρώτα θα πιάσει δουλειά ως σερβιτόρος στο Εστιατότιο "Αλικαρνασσός", αλλά δεν αργεί να απολυθεί. Οι επόμενες δουλειές του: διαιτητής μποξ, υπάλληλος φαρμακείου, φωτογράφος και αστυφύλακας!

Σχόλια:

Κινηματογραφική διασκευή της ομώνυμης κωμωδίας των Σακκελάριου / Γιαννακόπουλου. Ρεσιτάλ γέλιου από έναν ασταμάτητο Βέγγο, υποβοηθούμενος από το εξαιρετικό σενάριο των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου. Μία από τις κορυφαίες στιγμές στην καριέρα του μεγάλου μας κωμικού.

Ατάκες:

ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Ώστε θέλεις δουλειά; Τι δουλειά;
ΘΑΝΑΣΗΣ (ΒΕΓΓΟΣ): Ό,τι να ´ναι. Και τα πόδια μου πιάνουνε, και τα χέρια μου πιάνουνε, και το μυαλό μου κόβει...
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Γράμματα ξέρεις;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Πως αμέ! Δώδεκα!
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Καλά, πόσους μήνες πήγες σχολείο;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τέσσερεις μόνο. Βλέπετε, ο πατέρας μου δεν έκανε άλλη δουλειά. Παιδιά έκανε..

(στο Εστιατόριο ο Βέγγος, γκαρσόνι, διαβάζει τον κατάλογο σε ένα πελάτη)
ΠΕΛΑΤΗΣ (ΦΕΡΜΑΣ): Τι να φάω;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ό,τι τραβάει το λαρύγγι σου.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Κατάλογο έχεις; Διάβασε.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Από μέσα μου;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Απ´ όξω σου ρε! Ν´ ακούσω κι εγώ!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Εστιατόριον «Η Αλικαρνασσός». Πλατεία Κουμουνδούρου 45...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Όχι αυτά ρε! Τα φαγιά!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μακαρόνια με κιμά...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τίποτα πιο εκλεκτό!
ΘΑΝΑΣΗΣ: ...ατζέμ πιλάφι...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τίποτα πιο εκλεκτό!
ΘΑΝΑΣΗΣ: ...γαρίδες αυγολέμονο...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Πιο εκλεκτό!
ΘΑΝΑΣΗΣ: ...μπαρμπούνια τηγανιτά...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Πιο εκλεκτό!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Δε διαβάζεις μόνος σου;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Φέρε μια γίγαντες γιαχνί.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μ´ αρέσει που ξέρεις και καλοτρώς!
(φωνάζει στον εστιάτορα)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μια γίγαντες γιαχνί.
ΕΣΤΙΑΤΟΡΑΣ (ΤΖΙΦΟΣ): Οι γίγαντες γιαχνί μόλις τελειώσανε.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Πώς τελειώσανε; Αφού ακόμα δεν πάτησε άνθρωπος στο μαγαζί!
ΕΣΤΙΑΤΟΡΑΣ: Ακούς τι σου λέω; Μόλις τελειώσανε. Αυτό να του πεις...
(Πάει στον πελάτη)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Οι γίγαντες γιαχνί μόλις τελειώσανε.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Πότε προλάβανε και τελειώσανε;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έλα ντε! Αυτό του λέω κι εγώ!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Φέρε έναν πατσά!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μπράβο! Από εκλεκτό σε εκλεκτό το πάμε!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Είναι ζεστός;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ζεστός, ζεστός είναι.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Πόσο ζεστός;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Προηγουμένως που του έβαλα θερμόμετρο, είχε 38 και τρία.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Που ´σαι! Φέρε αλάτι, πιπέρι, λάδι, ξίδι, μουστάρδα και κανέλα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Να σου φέρω και λίγο λιναρόσπορο;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Βρε ασ´ την κουβέντα και κάνε δουλειά σου! Και που ´σαι! Ρίξε έξι εφτά μερίδες ψωμί!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Α, ρε, παπάρα που θα πέσει!

ΘΑΝΑΣΗΣ: Τα μακαρόνια σας.
ΠΕΛΑΤΗΣ 2 (ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ): [Είναι βαρήκοος] Ορίστε;
ΘΑΝΑΣΗΣ: (Φωνάζει) Η μακαρονάδα σας λέω!
ΠΕΛΑΤΗΣ 2: Η μακαρονάδα μου. Μάλιστα. Τη βλέπω.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έλα ντε! Αφού τι βλέπεις, τι θέλω και στη λέω;
ΠΕΛΑΤΗΣ 2: Μπορείς να μου πεις αν το βούτυρο είναι αγνό;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Εγώ μπορώ να στο πω, εσύ μπορείς να το ακούσεις;
ΠΕΛΑΤΗΣ 2: Τι είπατε;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τίποτα, τίποτα. Όρμα της, χύμα της, δώστου!

ΠΕΛΑΤΗΣ 3 (ΠΛΑΤΗΣ): Γιαννάκη, έλα, διάλεξε κάτι να φας.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ (ΚΑΪΛΑΣ): Δεν πεινάω!
ΣΥΖΥΓΟΣ ΠΕΛΑΤΗ 3 (ΓΙΟΥΛΑΚΗ): Μα, κατάσταση είν´ αυτή, να μην τρως τίποτα;
ΠΕΛΑΤΗΣ 3: Πεινάς δεν πεινάς, θα πάρεις ένα πιάτο να το φας με το ζόρι.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Κι αφού δεν πεινάω;
ΣΥΖΥΓΟΣ ΠΕΛΑΤΗ 3: Θέλεις ένα φρικασέ;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Δεν πεινάω!
ΠΕΛΑΤΗΣ 3: Θέλεις ψητό με πατατάκια;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Αφού δεν πεινάω;
ΣΥΖΥΓΟΣ ΠΕΛΑΤΗ 3: Να σου ψήσει ένα ψαράκι;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Δεν πεινάω!
ΠΕΛΑΤΗΣ 3: Θέλεις μια μακαρονάδα σαν κι αυτή;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Δεν πεινάω!
ΣΥΖΥΓΟΣ ΠΕΛΑΤΗ 3: Θέλεις ένα...
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αφήστε το μαντάμ. Μην το ζορίζετε. Αφού βλέπετε, δεν θέλει!
ΣΥΖΥΓΟΣ ΠΕΛΑΤΗ 3: Μα έχει μια βδομάδα να φάει κύριε!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, για μια μέρα παραπάνω δε χάλασε ο κόσμος!

(στο Φαρμακείο ο Βέγγος είναι διανυκτερεύων φαρμακοποιός, αλλά κοιμάται του καλού καιρού. Κάποια στιγμή χτυπάει το κουδούνι ένας πελάτης. Μετά από 5-6 κουδουνίσματα, ο Βέγγος ξυπνάει και του ανοίγει)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ορίστε.
ΠΕΛΑΤΗΣ (ΜΕΝΤΗΣ): Έτσι διανυκτερεύετε κύριε;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι εννοείτε κύριε;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μια ώρα χτυπάω!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Δεν το ´ξερα ότι θα ´ρχόσουνα. Αν το ´ξερα θα σε περίμενα στο πεζοδρόμιο!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Ασ´ τα πολλά λόγια και πιάσε μια ασπιρίνη περιποιημένη.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μια ασπιρίνη περιποιημένη! Και για μια ασπιρίνη ρε φίλε έκανες όλη αυτή τη φασαρία;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Δικαίωμά μου δεν είναι; Διανυκτερεύεις κύριε ναι ή όχι;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, ναι, διανυκτερεύω, λοιπόν;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Είσαι υποχρεωμένος να με εξυπηρετήσεις.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ορίστε, να σε εξυπηρετήσω. Μια ασπιρίνη περιποιημένη...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μια ασπιρίνη περιποιημένη... Κοίταξε να μου διαλέξεις μια παχιά!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Παχιά είπες; Τώρα, ασπιρίνη θέλεις εσύ ή κότα;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τι κότα; Μια ασπιρίνη περιποιημένη δε σου είπα;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Εγώ θα σου δώσω μια απεριποίητη. Έτσι δικαίωμά μου δεν είναι;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τι κάνεις τόσην ώρα χριστιανέ μου; Άντε και με τάραξε το δόντι μου...
ΘΑΝΑΣΗΣ: Το δόντι σου πονάει;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Ναι. Ο τραπεζίτης αριστερά.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αριστερά σου πονάει; Όπως μπαίνεις ή όπως βγαίνεις;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Και τι το πέρασες το στόμα μου; Στοά Αρσακείου;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Να σου δώσω και απ´ αυτό;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τι ´ν´ αυτό;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ξέρω ´γω; Σιροκόλ λέει...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τι να το κάνω;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έτσι να μου κάνεις λίγο νταραβέρι. Με μια ασπιρίνη θα τη βγάλεις;
(και στο ταμείο)
ΠΕΛΑΤΗΣ: Πόσο κάνει;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Εσύ πόσο δίνεις;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τι πόσο δίνω; Πόσο κάνει;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Εσύ πόσο δίνεις; Πες μια τιμή έκει χάμω, φίξ, να ξεμπερδεύουμε...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Ένα πενηνταράκι καλά είναι;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Όχι, πάρτη. Στη χαρίζω.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Πώς μου τη χαρίζεις;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έτσι, στη χαρίζω βρε αδερφέ μου. Θα ξεφτιλιστούμε τώρα για ένα πενηνταράκι; Στην κερνάω εγώ! Αν θέλεις σε κερνάω και λίγο λάβδανο. Θέλεις;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Δεν είμαστε καλά!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Κάτσε να σου δώσω κι ένα σαπούνι, να πλένεσαι, να με θυμάσαι!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Δεν είμαστε καθόλου καλά μου φάινεται!

(στο Φαρμακείο)
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ (ΜΕΤΑΞΑ): Γρήγορα, γρήγορα, θα το χάσουμε το παληκάρι!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Γιατί κυρία μου; Τι συμβαίνει;
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Έχει πέσει μπρούμυτα και δε μπορεί να σαλέψει ούτε χέρια, ούτε πόδια, ούτε να ανοίξει τα μάτια του.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Και παληκάρι το λες εσύ αυτό; Άμα ήταν έτσι τα παληκάρια... Άντε, άντε...
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, τι θέλεις τώρα, να σου φτιάξω αυτό;
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Γρήγορα κύριε φαρμακοποιέ μου, γρήγορα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ανάθεμά με κι αν βγάζω λέξη!
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Γρήγορα κύριε φαρμακοποιέ, το χάνουμε το παλικάρι!
ΘΑΝΑΣΗΣ Αν έβγαζα τι γράφει, θα σου έκανα ένα φάρμακο, ξέρεις τι φάρμακο ;
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Δεν τα βγάζεις κύριε φαρμακοποιέ;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Δεν τα βγάζω τα ρημάδια, δεν τα βγάζω... Τι λεει εδώ μπε... λα... μπελαντόνα. Τι είναι αυτή η μπελαντόνα;
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Δεν ξέρεις τη μπελαντόνα;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τη μπελαντόνα δεν την ξέρω, τη μπελαμπανα ξέρω! Τη μπελαμάνα, αυτή που φοράνε οι ναυτικοί...
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Κάλε γρήγορα κύριε φαρμακοποιέ, το χάνουμε σου λέω το παλικάρι!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Καλά, θα σε βολέψω. Μια και πέρασες από ´δω δε θα σ´ αφήσω έτσι... Για κοίτα ´δω. Να σου ´βάλω απο αυτό;
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Εμένα ρωτάς;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, και ποιον θα ρωτήσω; Εσύ παραγγέλνεις, εσύ πληρώνεις, εσύ διαλέγεις. Εγώ;... Ή θέλεις από αυτό; Για κοίτα... Έχει κι ωραίο χρώμα. Κι ωραία μυρουδιά. Σα στιφάδο μυρίζει!
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Μα τι φάρμακό είναι αυτό;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αμ, αν ήξερα όλα τα φάρμακα απ´ όξω, θα ´βγαζα βιβλίο σαν τον τσελεμεντέ!
ΘΑΝΑΣΗΣ:: Δε μου λες; Στο φάρμακο, «χρήσις», να βάλω «εσωτερική» ή «εξωτερική»; Όχι πως με νοιάζει δηλαδή, αλλά να ξέρω τι ταμπέλα θα κολλήσω...
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ: Εμένα ρωτάς; Αμάν! Τελείωνε κύριε φαρμακοποιέ μου, τελείωνε!... Ευχαριστώ. Θα το πιει όλο αυτό;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, ας πιει όσο πιει, κι αν δε δει καλό, με το υπόλοιπο τον τρίβετε!... Ζωή σε λόγου σου!

(στο Φαρμακείο, μπαίνει φουριόζος ο Αγγελίδης)
ΠΕΛΑΤΗΣ (ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ): Χαίρετε!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αντιχαίρετε! Ορίστε. Τι τρέχει;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Άμα πονάει κανείς τι κάνει; Ωωωχ, τι έπαθα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αναλόγως τον πόνο. Πονάς, ε; Που;
ΠΕΛΑΤΗΣ: [Δείχνει με το χέρι του οριζόντια πάνω στο σώμα του] Από εδώ, ως εδώ, από εδώ, ως εδώ, από εδώ ως εδώ...
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, και τώρα τι θέλεις; Να πονάς και στα ενδιάμεσα;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Κάνε μου κάτι να ησυχάσω.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έννοια σου και θα σου κάνω κάτι εγώ να ησυχάσεις για πάντα...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Γρήγορα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Δε μου λες, τα ξινά σ´ αρέσουνε;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Βρε, βάλε ό,τι να ´ναι, τώρα! Γρήγορα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Όχι, γιατί αν δε σ´ αρέσουνε, στο φτιάχνω και αλμυρό εγώ!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έτοιμο. Δε μου λες, παιδιά έχεις;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Έντεκα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Το μεγαλύτερο αγόρι πόσο είναι;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Εικοσιενός.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Α, εντάξει. Θα δουλέψει και θα θρέψει τα υπόλοιπα...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Φέρ' το να το πιω.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι; Εδώ θα το πιεις; Εγώ λέω να πας στο σπιτάκι σου να φιλήσεις τη γυναικούλα σου, τα παιδάκια σου. Φάρμακο ειν´ αυτό. Δεν ξέρεις τι γίνεται!

(στο Φαρμακείο)
ΚΟΠΕΛΑ: [μουρμουρίζει ξεψυχισμένα] Δε μπορώ Κώστα μου...
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τί είναι βρε παιδιά; Τι πάθατε;
ΚΩΣΤΑΣ (ΜΠΡΙΟΛΑΣ): Στον κινηματογράφο ήμαστε και ξαφνικά της ήρθε μια ζαλάδα και λιποθύμισε...
ΚΟΠΕΛΑ: [μουρμουρίζει ξεψυχισμένα] Δε μπορώ...
ΚΩΣΤΑΣ: ...ανάβουν τα φώτα, συνέρχεται λιγάκι, την παίρνω να φύγουμε, στην έξοδο μου ξαναλιποθυμάει...
ΘΑΝΑΣΗΣ: Πάλι;
ΚΩΣΤΑΣ: ...τη συνεφέρνω και βγαίνουμε ν´ αναπνεύσουμε λίγον αέρα. Κάνουμε δυο βήματα, μου ξαναλιποθυμάει.
ΚΟΠΕΛΑ: [μουρμουρίζει ξεψυχισμένα] Θα λιγοθυμίσω...
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, ας τη να πάει στο διάολο! Δε γίνεται τίποτα με δαύτήν!
ΚΩΣΤΑΣ: Έλα, κάνε τίποτα να τη συνεφέρουμε.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, κι αν τη συνεφέρουμε, θα ξαναλιγοθυμίσει πάλι!

ΦΙΛΟΣ: Και δε μου λες, τα καταφέρνεις; [σα φωτογράφος]
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, όσο πάω και καλύτερα Χαρίλαε. Στην αρχή δυσκολεύτηκα λιγάκι.
ΦΙΛΟΣ: Δυσκολεύτηκες, ε;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Στην πρώτη φωτογραφία που τράβηξα, ήτανε να βγάλω δυο. Ένα ζευγάρι. Ξέρεις τι έγινε; Δε βγήκε κανένας.
ΦΙΛΟΣ: Και ύστερα;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ύστερα έστρωσα. Ήρθανε πάλι δύο και έβγαλα τον έναν! Ε, από κει και πέρα πλάκωσε η πρόοδος μαζεμένη. Ήρθανε πάλι δύο και τους έβγαλα και τους δύο!
ΦΙΛΟΣ: Και τους δύο;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Και τους δύο ναι! Αλλά από τη μέση και κάτω!
ΦΙΛΟΣ: [Γελάει]
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, από κει και πέρα επήρα τον αέρα της δουλειάς. Και για να σου δώσω να καταλάβεις, την τέταρτη φορά ήρθανε πάλι δύο. Ε, και πόσους έβγαλα νομίζεις;
ΦΙΛΟΣ: Πόσους;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τρεις ρε Χαρίλαε!
ΦΙΛΟΣ: [Γελάει]

(Ο Βέγγος κάνει το φωτογράφο και ένας πελάτης έρχεται να πάρει τις φωτογραφίες του)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Δε μου λέτε κύριέ μου, μόνος σας είχατε φωτογραφηθεί;
ΠΕΛΑΤΗΣ (ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ): Μόνος.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ώ ρε, να πάρει η ευχή. Δεν έχω κανένα μονάχο του σήμερα! Μόνος σας είπατε ε;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μάλιστα κύριε, μόνος.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Κακό αυτό. Αν ήσαστε δυο τρεις θα ξεμπερδεύατε εύκολα. Έχω πολλές, καταλάβατε;... Α, να ένας μόνος του! Βέβαια, αυτός είναι!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τι ´ν´ αυτό;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Η φωτογραφία σας.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Αυτός είμ´ εγώ; Έτσι ειμ´ εγώ;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έτσι και χειρότερα!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Στάσου ρε φίλε, κοροιδευόμαστε τώρα; Η μύτη πως είν´ έτσι;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι έχει η μύτη;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μεγάλη!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, φαίνεται θα κουνήθηκε!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Κουνήθηκε η μύτη μου μονάχη της; [Με το πρόσωπο ακίνητο]... Κι έπειτα για στάσου... Εδώ στην άκρη, υπάρχει και μια άλλη μύτη!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αυτή ειν´ δική μου!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Και τι δουλειά έχει η μύτη η δική σου στη φωτογραφία τη δική μου;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Φαίνεται την ώρα που έσκυβα την πήρε ο φακός...
ΠΕΛΑΤΗΣ: Τι θα την κάνω τώρα τη μύτη αυτή;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, κράτα τη τώρα, δεν ειν´ τίποτα σπουδαίο πράμα. Μια μύτη είναι δεν ειν´ τίποτ´ άλλο!
(δεν του άρεσαν οι φωτογραφίες του. Τις πέταξε κάτω κι έφυγε εκνευρισμένος)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ελενίτσα, αυτές εδώ μας μείνανε. Πάρτες και βάλτες εκεί πέρα στη βιτρίνα. Αυτή εδώ βάλτη έτσι ανάποδα και γράψε από κάτω «Μύκονος»...

(στο Φωτογραφείο)
ΠΕΛΑΤΗΣ (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ): Θα ήθελα κύριε, μίαν φωτογραφίαν με εμένα, τη γυναίκα μου και την κόρην μας, ήτινα μετά την παρέλευση ολίγου χρόνου, να δύναται να θεωρηθεί οικογενειακόν κειμήλιον, τρόπον τινά.
ΚΟΡΗ: Εγώ θέλω να φωτογραφηθώ στη μέση.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ναι, μπράβο παιδί μου. Εσύ στη μέση. Στη μέση για σιγουριά.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Κύριε φωτογράφε, θα ήθελα να προσέξετε να βγει και το γαρύφαλλο στο πέτο μου.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Βρε, κάτσε να βγεις πρώτα εσύ και άσε το γαρύφαλλο.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Και πότε θα είναι έτοιμες, κύριε φωτογράφε; Ξέρετε, είμαστε πολύ βιαστικοί.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, τότε να σας δώσω κάτι έτοιμες που έχω;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έτσι μπράβο. Τώρα σε βλέπω ολόκληρο. Αλλά σε φοβάμαι. Άκρος δεξιός δεν είσαι; Θα μου φύγεις... Ελενίτσα! Έλα, πάρε τη θέση σου παιδί μου!
(Η κοπέλα πάει και κάθεται δεξιά από το Γαβριηλίδη)
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μα τι ´ν´ αυτά κύριε φωτογράφε; Τι θέλει η δεσποινίς δίπλα μας; Σας είπα ότι πρόκειται περί οικογενειακής φωτογραφίας!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Η κοπέλα; Α, μη φοβάσαι, δε θα βγει. Τη θέλω για το μέτρημα, για να κρατήσω τα γράδα!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Ναι, αλλά να να προσπαθήσετε να μη βγει!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Άμα προσπαθήσω να μη βγει η κοπέλα, δε θα βγει η κόρη σου από ´δω. Άσε με να κάνω τη δουλειά μου! Κάτι ξέρω κι εγώ.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Λοιπόν! Ακίνητοι τώρα. Δεν κουνιόμαστε!
ΚΟΡΗ: Να μην κουνιόμαστε καθόλου;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ναι παιδί μου. Καθόλου;
ΚΟΡΗ: Ααα, εγώ δε μπορώ!
ΜΑΜΑ: Έλα Αμαλίτσα, μην κουνιέσαι, που σου μιλάει ο κύριος!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Αμαλίτσα, φρόνιμα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έλα παιδί μου! Κάτσε μια στιγμή ακίνητη. Φρόνιμα. Θα δεις και το πουλάκι!
ΚΟΡΗ: Τι πουλάκι;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Καρδερίνα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Λοιπόν! Όλοι ακίνητοι, έτσι;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μια στιγμή κύριε φωτογράφε! Να παραμείνω απαθής, ή να μειδιώ;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τώρα να παραμείνεις απαθής, γιατί όταν δεις τις φωτογραφίες θα βάλεις τα κλάματα!
(κλικ)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Λοιπόν τελειώσαμε. Την Τετάρτη που έρχεται θα είναι έτοιμες.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μα γιατί τόσο αργά; Εμείς βιαζόμαστε!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αν βιαζόσαστε, να σας δώσω μερικές που έχω έτοιμες;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μα αυτοί δε θα είμέθα εμείς!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Γιατί, αυτές που θα σας βγάλω, θα είστε εσείς;

(στο Φωτογραφείο)
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ 2 (ΝΤΑΛΙ): Εγώ νομίζω ότι θα 'πρεπε να δείξουμε λίγο στήθος περισσότερο.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Όσο πιο πολύ δείξουμε, τόσο το καλύτερο. Να ξέρεις.
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ 2: Να δείξουμε και λίγο γάμπα παραπάνω;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αααχ! Εγώ λέω μιας και φτάσαμε ως εδώ, να δείξουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, να πάει στο διάολο.
ΠΕΛΑΤΙΣΣΑ 2: Μήπως όμως είναι πολύ τολμηρό, να δείχνω τόσα πολλά;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μα τι λές; Δείχνε, δείχνε! Αφού έτσι μου 'ρχεται, να αρχίσω να δείχνω και γω τώρα!

ΦΙΛΟΣ: Θες να πεις δηλαδή ότι το Ρενάκι σ´ αγαπάει;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Απλώς μ´ αγαπάει; Λέει Θανάσης και βγαίνει στο μπαλκόνι και κρεμάει σημαίες!
ΦΙΛΟΣ: Ώστε, δηλαδή, χώρισε οριστικά με τον Πανάγο;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ποιόν Πανάγο;
ΦΙΛΟΣ: Τον Πανάγο τον Μπουρλότο. Εκέινον που τσακώθηκε προχθές το βράδυ στην ταβέρνα του Λάζαρου και τραυμάτισε έξι πολίτες, δύο στρατιώτες, τρεις χωροφύλακες και οκτώ ναύτες!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Και ποιός τους χώρισε; Η Αεροπορία;

(Μια παρέα νεαρών τραγουδάει στο δρόμο. Βγαίνει ένας κύριος στο μπαλκόνι)
ΚΥΡΙΟΣ: Βρε παιδιά, τι θα γίνει με σας; Θέλουμε να ησυχάσουμε λίγο!
ΝΕΑΡΟΣ: Ο δρόμος είναι δημόσιος κι εμείς είμαστε φορολογούμενοι πολίτες!
ΚΥΡΙΟΣ: Βρε άει φευγάτε κι έχω ένα σκουριασμένο ντεπόζιτο και δεν ξέρω τι να το κάνω!
ΝΕΑΡΟΣ: Βρε άει ξαπλώσου μέσα μην πεθάνεις όρθιος!
ΚΥΡΙΟΣ: Βρε άει πηγαίνετε και το πεπόνι σήμερα δε μου βγήκε καλό!
ΝΕΑΡΟΣ: Δεν πα να κάνεις καμιά ένεση να συνέλθεις;
ΚΥΡΙΟΣ: Βρε αει φευγάτε γιατί μου σώθηκε ο πάγος και μου βρώμισε μια παλαμίδα!
ΝΕΑΡΟΣ: Βρε άντε μέσα καημένε!
(ο Βέγγος, ως περαστικός χωροφύλακας, επεμβαίνει)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι τρέχει εδώ;
ΝΕΑΡΟΣ: Τίποτα κύριε πόλισμαν. Τραγουδάμε.
ΚΥΡΙΟΣ: Τι τραγουδάτε ρε; Σταυρώνετε τον κόσμο!
ΝΕΑΡΟΣ: Ε, είπαμε, ο δρόμος είναι δημόσιος!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Για στάσου νεαρέ! Ο δρόμος βέβαια είναι δημόσιος, ο ύπνος όμως των πολιτών είναι ιδιωτικός!

(Ο Βέγγος είναι άστυφύλακας και έρχεται η Λινάρδου αλαφιασμένη, τον φωνάζουν σ´ ένα σπίτι που φαίνεται πως έχουν μπει κλέφτες)
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ (ΛΙΝΑΡΔΟΥ): Κύριε πόλισμαν!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι είναι ρε παιδάκι μου;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Τρέχτε! Τρέχτε!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Που να τρέξω παιδάκι μου;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Τρέχτε! Τρέχτε σας λέω;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, πες μου κοπέλα μου, που να τρέξω; Ν´ αρχίσω να τρέχω έτσι δηλαδή; Να πάω στο Ζάππειο και ν´ αρχίσω να φέρνω βόλτες έτσι στα καλά καθούμενα;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Καλά, καλά, έννοια σας, μην ανησυχήτε. Αφού είμαι εγώ εδώ, μη φοβάστε τίποτα. Θα σας τους συγυρίσω εγώ τώρα... Δε μου λέτε; Έχετε τίποτα όπλα;
ΚΥΡΙΑ (ΚΡΕΒΒΑΤΑ): Εδώ είναι σπίτι, δεν είναι πυροβολαρχία!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αυτό να μου πεις...
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Γιατί δεν παίρνετε το πιστόλι σας;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ποιο πιστόλι; Δεν έχω. Το άφησα στο τμήμα. Αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα. Δεν ξέρετε τι γίνεται καμιά φορά. Τα γεμίζει ο διάολος...
ΚΥΡΙΑ: Θα μπείτε τώρα; Και τι θα κάνετε;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Θα τους αρχίσω, που σε πονεί και που σε σφάζει!
ΚΥΡΙΑ: Κι εν τω μεταξύ, φωνάζουμε το αυτοκίνητο των πρώτων βοηθειών και μαζεύει τα πτώματα!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Δεν έχετε τέλος πάντων κάτι; Κάνα μαχαίρι, κανά ξύλο, κάνα σίδερο;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: ...Σας έφερα το φαράσι!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι να το κάνω το φαράσι; Κλέφτες είναι αυτοί, δεν είναι λεμονόκουπες!
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ααα, ώστε δεν κάνει;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, πώς να κάνει; Εγώ πάω να μαλώσω! Δεν πάω να σκουπίσω!
ΚΥΡΙΑ: Βρε Μαρία, για σκέψου! Δεν έχουμε τίποτ´ άλλο;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Να φέρω το φλιτ;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι φλιτ παιδάκι μου; Κλέφτες είν´ αυτοί, δεν είναι κατσαρίδες!
(Ψάχνει για ένα όπλο)
ΚΥΡΙΑ: Τι λέτε, θα κάνουμε τίποτα με το γιαταγάνι;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι γιαταγάνι ειν´ αυτό;
ΚΥΡΙΑ: Μου ´χουνε πει, είναι γιαταγάνι της Επαναστάσεως. Το είχε ο προπάππος μου!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Α, ε, τότε θα κάνει.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ορίστε... Μα τι κάνετε;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έχει σκουριάσει. Δε βγαίνει! Έλα κοπέλα μου, για βάστα από κει! [Προσπαθεί να το βγάλει από τη θήκη]
ΚΥΡΙΑ: Προσέξτε! Μη μου ξεκολλήσετε τη φούντα!


πηγή υπόθεσης: Multimedia CD-ROM Ελληνικός Κινηματογράφος 1997 ΕΘΝΟDATA
Φωτογραφία: Το Κουτί Με τις Ατάκες, Εκδόσεις Σιούρτης