Της Κακομοίρας [1963]


thskakomoiras

Εναλλακτικός τίτλος: Ο Μπακαλόγατος
Είδος: Κωμωδία
Σκηνοθεσία / Σενάριο: Κατσουρίδης Ντίνος
Παραγωγή: Χατζηχρήστος Κώστας
Πρωταγωνιστούν: Χατζηχρήστος Κώστας, Δούκας Κώστας, Ρίζος Νίκος, Φέρμας Νίκος, Τριάντη Ντίνα, Παππά Νέλλη, Μυλωνάς Θανάσης, Νέζερ Μαρίκα, Μεντής Κώστας, Βελέντζας Γιώργος, Ολύμπιος Γιώργος, Βλαδίμηρου Υβόννη, Κορμού Β.
Διάρκεια: 81
Εισιτήρια: 201008
Α' Προβολή: 7/10/1963

Πολυμέσα: Αρχεία Video / Αρχεία Ήχου

Υπόθεση:

Ο Ζήκος ο μπακαλόγατος, αφέλης αλλά ετοιμόλογος, δουλεύει στο μαγαζί του κυρ Παντελή και είναι ερωτευμένος με την Φιφίκα. Το αφεντικό του, είναι τσιμπημένο με την νεαρή Λίτσα και βάζει προξενήτρα για να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Τα πράγματα όμως δεν έρχονται όπως σχεδιάζουν υπάλληλος και αφεντικό καθώς προκύπτουν και άλλοι υποψήφιοι γαμπροί...

Σχόλια:

Βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό των Χρήστου και Γιώργου Γιαννακόπουλου. Ίσως η καλύτερη Ελληνική κωμωδία όλων των εποχών και τράπεζα με ατάκες που εκτοξεύονται σε ρυθμό πολυβόλου από τον Ζήκο, Κώστα Χατζηχρήστο, στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του!

Ατάκες:

ΠΑΝΤΕΛΗΣ (ΔΟΥΚΑΣ): Τι, από τώρα φεύγεις;
ΠΑΤΕΡΑΣ ΦΙΦΙΚΑΣ (ΟΛΥΜΠΙΟΣ): Βάλε και κανένα μεζέ βρε Παντελή!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ (ΔΟΥΚΑΣ): Ε, θα σφάξω ρέγγα!

ΖΗΚΟΣ (ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ): Εμένα με το «ρε», να μη μου μιλάς, γιατί εγώ το «ρε» δεν το σηκώνω! Ούτε χειρονομίες δε σηκώνω, ακούς;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Εσύ μου κάνεις χειρονομίες!
ΖΗΚΟΣ: Σου κάνω χειρονομίες για να μη μου κάνεις εσύ!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Πού ήσουνα;
ΖΗΚΟΣ: Πού μο 'στειλες;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Πού σε έστειλα; Να πας κάτι πράγματα της κυρά Παναγιώτας και κάτι λουμίνια της κυρά Θοδώρας!
ΖΗΚΟΣ: Ε, τα λουμίνια! Μου πέσανε!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Γι' αυτό άργησες;
ΖΗΚΟΣ: Ώσπου να τα μαζώξω, τι να κάνω;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Να σου κοπανήσω μία...!
ΖΗΚΟΣ: Μην κάνεις χειραψίες γιατί... Πού είσαι; Σε κολλάω μια κουτουλιά στο ψωμοσάκουλο και θα κάνεις δέκα μέρες να φας! Τ' ακούς; Δεν μπορείς να μου συμπεριφέρεσαι έτσι!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι 'ν' αυτά που μου λες ρε;
ΖΗΚΟΣ: (Κορδώνεται) Τι με κοιτάς; Έτσι και ξετυλιχτώ θα γίνω ένα κι ενενήντα και δε θα σε γλυτώνει άνθρωπος!

ΠΑΝΤΕΛΗΣ (ΔΟΥΚΑΣ): Που ήσουνα ρε, τόσην ώρα; Θα σου δώσω μία...
ΖΗΚΟΣ (ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ): Για κάνε πως χτυπάς και θα πάω στο υπουργείο Υγρασίας και θα τα πω όλα.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Βρε άει στο διάολο από δω.
ΖΗΚΟΣ: Μη σπρώχνεις. Εμένα θα με πάρεις με το καλο. Πάρε με με το καλό εμένα να γίνω μούσι να με ξυρίσεις!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ζήκο, σε παρακαλώ! Όχι σε μένα αυτά.
ΖΗΚΟΣ: Σιγά μωρέ. Και ποιός είσαι σύ; Ένας μπακαλόγατος είσαι και γω το μπακαλογατί.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ζήκο σταμάτα, γιατί θα προβώ σε ωμότητες.
ΖΗΚΟΣ: Μπα, και γω σε τι θα προβώ; Σε ψημενότητες;

ΖΗΚΟΣ: ...τα λιφτά ίγω τα μαζεύω! Θέλω να πάρω βέρες! ..μην κάνεις χειραψίες!

ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Βρε, σε δουλεύουνε βρε μοσχάρι!
ΖΗΚΟΣ: Δε γεννήθηκε ακόμα άνθρωπος που θα με κοροιδέψει εμένα!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Γεννήθηκε όμως αυτός που θα σε ξυλοφορτώσει!
ΖΗΚΟΣ: Για κάνε πως χτυπάς κι αν δεν πάω στο Υπουργείο Υγρασίας να τα αναφέρω όλα αυτά...

ΖΗΚΟΣ: Πάω γω. Πάω στο γιατρό τα ψώνια εγώ.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Να πας στο καλό.
ΖΗΚΟΣ: Τηλεφώνησε η γιατρέσα
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Να πας στο καλό.
ΖΗΚΟΣ: Ησύ θα κάτσεις εδώ πέρα. Πάω γω. Πάω γω που ‘μαι και αδύνατος και ανεβαίνω και κατεβαίνω απάνω στα σκαλιά κι έχω γίνει σα σουβλί. Κι εσύ είσαι 800 κιλά αηδία. Ησύ θα κάτσεις εδώ. Πάω γω. Πάω στο γιατρό εγώ. Το μεγάλο μισθό που παίρνω και τρέχω όλη μέρα μες τσι δρόμοι... μου κρατάς και τον Ικα. Ποιός είναι αυτός ο Ίκας;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Αυτό όλοι το πληρώνουν!
ΖΗΚΟΣ: Δεν το πληρώνω εγώ! Δε με φτάνει που δε με πληρώνεις, μου κρατάς και τον Ίκα! Και μου λες όλο υπομονή Ζήκο θ' αρρωστήσεις! Πότε θ' αρρωστήσω εγώ;

ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ζήκο! Θα σου ρίξω κλωτσιά και θα σε βάλω γκολ στο γήπεδο Καραισκάκη!
ΖΗΚΟΣ: Μπα; Κι εγώ αργώ ξέρεις να το σφυρίξω οφσάιντ!

ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Λοιπόν, πόσο τυρί να κόψω;
ΛΙΤΣΑ (ΤΡΙΑΝΤΗ): Ε, λίγο! Δυο άνθρωποι είμαστε!
ΦΙΦΙΚΑ (ΠΑΠΠΑ): Αχ, όχι τόσο πολύ, κύριε Παντελή.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Α, δεν είναι πολύ. Μη σας αυταπατά ο όγκος. Εξ άλλου υπολογίστε και τις τρύπες.

(ο Ζήκος μιλάει στο τηλέφωνο με την κυρά-Γιατρέσσα)
ΖΗΚΟΣ: Τι κάνετε κυρία Γιατρέσσα;
ΖΗΚΟΣ: ...ε πως να 'μαστε μαντάμ; Προσεχώς καλύτερα! Σε τι μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε;
ΖΗΚΟΣ: Α... Ναι. Νομίζω πως έχουμε ένα και μοναχικό.Για περιμένετε ολίγον τι.
ΖΗΚΟΣ: ...είναι αυτό που έχει μια τρούπα στη μέση; Δε ξέρω να σας πω τι μάρκα είναι κύρια Γιατρέσσα γιατί τα γράμματα είναι τ' ανάσκελα! Μάλλον δεν θα είναι Ελληνικής κατασκευής θα είναι αλλοδαπής προελεύσεως, γιατί βλέπω πολλά μασκαραλίκια απόξω. Έχει κάτι γατιά, κάτι λιοντάρια...Πάντως εσείς θα τα φάτε; Όχι θα τ' ανάψετε..
ΖΗΚΟΣ: Αν ανάψουν άναψαν.
ΖΗΚΟΣ: ...Μάλιστα. Θα τα στείλω με τον μικρό, μόλις επιστρέψει. Σας μερσώ μαντάμ! Ωρέ ντουβάρ!

ΠΕΛΑΤΗΣ (ΜΕΝΤΗΣ): [Χτυπάει παλαμάκια να έρθει ο Ζήκος]
ΖΗΚΟΣ: Εσύ όχι παλαμάκια! Να παλαμοκροτάν αυτοί που πληρώνουν! Όχι εσύ που θέλουμε τρεις κιμωλίες στο γράψε-σβήσε τη βδομάδα για σένα, έτσι; Κουβάλησες και την ανηψιά σου εδώ πέρα να μας κάνει την όμορφη!
ΠΕΛΑΤΗΣ: Ποια ανηψιά μου βρε; Γυναίκα μου είναι!
ΖΗΚΟΣ: Γυναίκα σου; Δικιά σου;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Όχι του γείτονα! Με αγάπησε και με πήρε!
ΖΗΚΟΣ: Σ' αγάπησε; Τι αγάπησε από εσένα βρε κακομούστακε; [Προς τη γυναίκα:] Ο άντρας σου είναι αυτός;
ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΕΛΑΤΗ: Ναι!
ΖΗΚΟΣ: Άντρας σου; Καλά να πάθεις! Τι του λιμπίστηκες του κομοδίνου; Εμείς αυτούς στο χωριό, τους πνίγουμε στο νεροχύτη για να μη χαλάσει η ράτσα!

ΠΕΛΑΤΗΣ (ΜΕΝΤΗΣ): [Γελάει με ένα διαπεραστικό σφύριγμα]
ΖΗΚΟΣ: Μη μου κάνεις το τραίνο της Μαλακάσας εμένα, γιατί θα σε κάνω καροτσάκι!

ΖΗΚΟΣ: Δε μου λες, έχεις γιοφύρια μές στα πόδια σου; Έχεις; Για θα σου δώσω μια κουτουλιά, να γίνει η γέφυρα της Αλαμάνας!

ΦΙΦΙΚΑ (ΠΑΠΠΑ): Μήπως έχετε κληματόφυλλα για ντολμάδες;
ΖΗΚΟΣ: Κονσέρβα; Να κοιτάξω... Σάμπως και δεν έχουμε!... Αλλά, που είσαι; Θα σου δώσω κάτι άλλο! Θα σου δώσω τομάτα πελτέ Λαγκαδά!
ΦΙΦΙΚΑ: Τι να την κάνω; Χθες πήρα! Εγώ θέλω κληματόφυλλα!
ΖΗΚΟΣ: Οπωσδήποτε; Γιατί είχαμε ένα κουτί κληματόφυλλα προπολεμικό! Αλλά που το βάνει αυτός ο μούργος ο αφεντικός μου δεν ξέρω! Να ψάξω μέσα!
ΖΗΚΟΣ: [Φέρνει μια κονσέρβα] Αυτό είναι που λέει αμπελόφυλλα;
[Μπαίνει ο Ρίζος]
ΦΙΦΙΚΑ (ΠΑΠΠΑ): Γεια σου Κιτσάρα!
ΖΗΚΟΣ: Ρε καμαρώστε έναν Κιτσάρα τέσσερα πατώματα στο υπόγειο!
ΦΙΦΙΚΑ: Αυτό! Είναι φρέσκα;
ΖΗΚΟΣ: Ούου! [Φυσάει πάνω στην κονσέρβα και σηκώνεται ένα σύννεφο σκόνη]
ΚΙΤΣΑΡΑΣ (ΡΙΖΟΣ): Σιγά ρε! Μας γιόμισες!
ΖΗΚΟΣ: Τα παράπονά σου στο δήμαρχο που δεν καταβρέχει, όχι σ' εμένα!

ΚΙΤΣΑΡΑΣ: Τσάκω ένα καρτούτσο και βάλε και λίγο κασεράκι!
ΖΗΚΟΣ: Κασεράκι; Γιατι, έτρωγες και στο χωριό σου κασεράκι, που κόβατε τον πατσά με το ψαλίδι;
ΚΙΤΣΑΡΑΣ: Άντε ρε!
ΖΗΚΟΣ: [Μονολογεί] Καρτούτσο, ένα! Κασεράκι, ολίγο!... Έφτασεεε!
ΚΙΤΣΑΡΑΣ: Σε ποιον τα λες ρε;
ΖΗΚΟΣ: Στο βοηθό μου! Κάποιον διατάζουμε κι εμείς! Δεν είμαστε άντε-άντε!

[Μιλάει στο τηλέφωνο]
ΖΗΚΟΣ: Άντε μαντάμ μπρος! Κατάστημα τροφίμων, εδώ 'ποδιευθυντής!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: [Του ρίχνει ένα φάσκελο]
ΖΗΚΟΣ: Στα μούτρα σου!... Με συγχωρείτε μαντάμ! Δεν ήταν για σας! Μου στείλανε ένα τηλεγράφημα και το 'στειλα πίσω!

ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Και γιατί δεν τη χωνεύεις;
ΖΗΚΟΣ: Γιατί δε μου δίνει ποτέ τίποτα! Μόνο τα Χριστούγεννα μου έδωκε ένα πενηνταράκι κι ένα μελομακάρονο που μέσα βρήκα ένα σκώληκα σαν αυτόν που σκότωσε ο Μέγας Αλέξανδρος!

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ (ΝΕΖΕΡ): Καλήμερα κυρ Παντελή! Μια χαρά είσαι σήμερα!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ε, το συνηθίζω πότε-πότε!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Να σου βάλω αυτό; [Ένα κομμάτι μπακαλιάρο]
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Μπα, είναι πολύ μεγάλο!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Αυτό;
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Πολύ μικρό!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι νούμερο παπούτσι φοράς;
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: 37, ξώφτερνο!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ε, τότε μην το συζητάς, θα πάρεις αυτό οπωσδήποτε!
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Γιατί;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Περισσεύει να κάνεις και τακούνια!
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Για την Αρτεμισία το εσκέφθης;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Α, ναι. Το εσκέφθην...
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Ε, τι αποφάσισες;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Άσε με κάτω κυρά Δέσποινα!
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Μα γιατί; Η Αρτεμισία είναι καλή και μυαλωμένη κοπέλα!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Έ, όχι και κοπέλα! Αυτή όπου να 'ναι θα τη γκρεμίσουνε να την κάνουνε πολυκατοικία!
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Κι εσύ δηλαδή γιατί περνιέσαι; Για κανένα λυκόπουλο; Βρε, ξέρεις πόσοι μου τη ζητάνε [την Αρτεμισία];
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Στη ζητάνε πολλοί; Ε, να της πεις να πάρει τέσσερεις να της έρθει και πιο φτηνά η κηδεία!
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Ε, την αδικείς την κοπέλα!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Βρε, ποια κοπέλα! Αυτή έδωσε τη λεκάνη στον Πιλάτο να νίψει τας χείρας!
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Χάνεις! Θα σου γεμίσει το σπίτι!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: ...με μπουμπάρια, μασέλες και καρακοκκάλες!
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Θα σου στολίσει το μαγαζί!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Μώρε άσε με χάμω, μην κάνω λάθος καμιά μέρα και την πουλήσω για σκουμπρί!

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Λίτσα; Ποια Λίτσα;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Την κόρη του κυρ Μανώλη!
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Αυτού που εισπρακτορεύει στα τρόλεϊ; Καλέ, αυτή είναι σωστό μπουμπούκι!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ε, μα άμα παντρευτώ κυρά Θοδώρα, μπουμπούκι θα πάρω. Τι να πάρω, πατσά νυκτός;
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Κι εξόν από αυτό, διαφέρετε και στην ηλικία!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Βρε, μην κοιτάς που φαίνομαι μεγάλος! Είναι που είμαι χοντροκόκκαλος!

ΜΑΝΩΛΗΣ (ΦΕΡΜΑΣ): Μια χαρά άνθρωπος είναι ο κυρ Παντελής και πλούσιος, δε λέω. Έχει υπόψιν του όμως ότι εμάς μας λείπουν 99 δραχμές, για να βάλουμε στην άκρη ένα κατοστάρικο;

ΖΗΚΟΣ: Ψυχραμενοι ειστε; Βλεπω μια ελαφρα ψυχρασια μεταξυ σας, ποτε ψυχραστηκατε;

ΖΗΚΟΣ: Στο λέει ο Ζήκος και να το έχεις υπό την υποψία σου!

ΖΗΚΟΣ: Ναι από μάτια στεκόμαστε μια χαρά κυριε Εμμανουήλ. Δεν ξέρω αν τα 'χεις προσέξει βέβαια, αλλά είναι ένα χάρισμα που μου έδωσε ο θεός. Τα είδες; Δεν είναι ίδια. Αυτό είναι αλλιώτικο. Το έχω για τις μακρινές αποστάσεις αυτό. Το άλλο είναι το τσακίρικο. Το έχω για κοντά. Αν πέσει κανένα τάληρο, το μαζεύω. Αυτό πάλι, ήτανε πράσινο και ξέβαψε!

ΜΠΑΜΠΑΣ ΦΙΦΙΚΑΣ: Βρε Ζήκο, ομορφαίνεις ή έτσι μου φαίνεται εμένα;
ΖΗΚΟΣ: Μπα. Είναι που χτενίζομαι διαφορετικά και άλλαξε τύπο, ίσως. Στον άντρα το παν κύριε Σωτήρη μου, είναι να είναι ευγενικός, να είναι αρμονικός, να έχει μια υπεροψία, μια καχυποψία, και όλα τα ...ψία.

ΖΗΚΟΣ: Τι είναι αυτό;
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Το γαμπριάτικο υποκάμισο.
ΖΗΚΟΣ: Και γιατί το λες υποκάμισο; Τι είναι, υπολοχαγός;

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ (ΝΕΖΕΡ): ...δεν έχει που την κεφαλή πλύναι

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: ...κι αν πεις για ψυχραγωγία...

ΖΗΚΟΣ: Πίνου για να ξεχνώ τον πόνου...

(ο Ζήκος ψυχανεμίζεται)
ΖΗΚΟΣ: Ο μόνος μορφωμένος και λογιστικά κατερτισμένος ειμι ηγώ. Μάλιστα εμένα που με βλέπεις, εγώ. Διότι εγώ κρατάω και τα βιβλία στο μαγαζί. Τα κρατάω, δεν τα κρατάω δηλαδή όλα πάνω μου γιατί κουράζομαι. Τα πάω από δω εκεί τ’ αφήνω. Είμαι και σχολικά μορφωμένος. Είμαι τελειόφοιτος τετάρτης δημοτικού. 16 χρόνια σχολιό κύριε Μανόλη εμένα που με βλέπεις. Μάλιστα 16. Έτσι 4 χρόνια κάθε τάξη. Δεν είμαι σαν κι αυτουνούς κυρ Μανώλη εγώ που πάνε ένα χρόνο και σου λέει τα μάθαμε όλα. Τι να μάθεις ρε κύριε σε ένα χρόνο?! Τι να μάθεις? Μέχρι να πάς ντανγκα ντανγκ το καμπανάκι διάλειμμα, βγαίνεις όξω. Μετά έχουμε γιορτές, καθαροδευτέρες, έχουμε 25η Μαρτίου που θα προλάβεις? Ενώ εγώ 4 χρόνια σχολείο, κάθομαι πήζει το μυαλό μου και βγαίνω αμέσως, παίρνω και το χαρτί, είμαι φτηχιούχος λογιστικής. Άσε που ξέρω προπαίδεια. 5*7=35 με την πρώτη, 6*8=48, 7*8=56. Τώρα μαθαίνω το 8*9.

ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ (ΔΟΥΚΑΣ): Καλησπέρα.
ΖΗΚΟΣ: Καλώς το μάγο με τα δώρα. Ψώνισες αφεντικό?
ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Μάλιστα κύριε Ζήκο ψωνίσαμε.
ΖΗΚΟΣ: Α ψωνίσατε βέβαια. Πετάς τα λεφτάς στα παλιοκούτια και δεν κοιτάς να πάρεις ένα σακί φακές να πουλάμε. Που ζητά ο κόσμος φακές και τους δίνω εγώ πέρα ρουβύθια.
ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι λες ρε τρελλάθηκες? Ένα τσουβάλι φακές δεν έχουμε?
ΖΗΚΟΣ: Μπα είχαμε, δεν έχουμε, φύγανε οι φακές.
ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι γίνανε? Τις πούλησες?
ΖΗΚΟΣ: Δεν τις πούλησα φύγανε μαναχές τους. Διότι σκάσανε οι φακές, βγήκαν τα μαμούνια, πήρε κάθε μαμούνι στην πλάτη από μια φακή και δρόμο τον ανήφορο.
ΖΗΚΟΣ: Τι 'ν' αυτό;
ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Το γαμπριάτικο υποκάμισο.
ΖΗΚΟΣ: Και γιατί το λες υποκάμισο, τι είναι υπολοχαγός;
ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Έτσι το λένε!

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Ξεκουμπίσου από 'δω, έχω κάτι να πω στον άνθρωπο.
ΖΗΚΟΣ: Θα κάνεις εκπομπή;
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ: Ότι θέλω θα κάνω!
ΖΗΚΟΣ: Θα κάνεις ανακαταμετάδοση εις ρυθμόν απαγορεύσεως;

ΟΔΗΓΟΣ (ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ): Μήπως φάνηκε ο κύριος Μπούρμπουρης;
ΖΗΚΟΣ: Ποιος είναι ο Μπούρμπουρης;
ΟΔΗΓΟΣ: Ο κύριος Κιτσάρας.
ΖΗΚΟΣ: Ααα, ο Κιτσάρας είναι και Μπούρμπουρης; Έχει δυο ονόματα, λόγω αναστήματος βλέπεις...
ΟΔΗΓΟΣ: Εδώ κοντά υπάρχει ένα καφενείο;
ΖΗΚΟΣ: Όχι εδώ κοντά, πέμπτος δρόμος αριστερά, οδός Τσιλιβίγκα.
ΟΔΗΓΟΣ: Αριθμός;
ΖΗΚΟΣ: Δε χρειάζεται αριθμός, θα το βρεις. Θα δεις καμιά εικοσαριά τεμπελχανάδες να είναι ξαπλωμένοι απ' έξω, δυο παίζουν τάβλι, δέκα μιλάνε... Τράβα. Κι εξ' άλλου, ξυπνός φαίνεσαι, μουστάκι έχεις, θα το καταλάβεις...

[Ο Χατζηχρήστος παίρνει το τσιγάρο του Ρίζου και το καπνίζει]
ΖΗΚΟΣ: Άλλαξες μάρκα πάλι;
ΚΙΤΣΑΡΑΣ (ΡΙΖΟΣ): Ναι.
ΖΗΚΟΣ: Ε, δεν πας στο διάολο, αλλάζεις όλο μάρκες, θα μου κάνεις το λαιμό μου χάλια, δεν μπορώ να μιλήσω! Μια μάρκα θα φουμάρεις!

ΠΑΤΕΡΑΣ ΛΙΤΣΑΣ (ΦΕΡΜΑΣ): Απορώ ρε Παντελή, πως τον ανέχεσαι τόσον καιρό!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τον βλέπεις τελευταία που έχει αδυνατίσει; Κάθε βράδυ στο φαί του του βάζω από λίγο παραθείο!
ΖΗΚΟΣ: Να μου κάνεις τη χάρη! Το άκουσα τι είπες, μου έβρισες το θειο!

ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ (ΔΟΥΚΑΣ): -Έλα δω ρε να παραδώσεις. Λέγε τι έπιασες σήμερα?
ΖΗΚΟΣ: -Έπιασα, τι έπιασα? Δεκάρες έπιασα. Βερεσετζήδες και όλοι οι σπαγκοραμένοι. Τι έπιασα? Ήρθε ο στραβάραπας ο ντενεκετζής, με κείνον τον άλλον τον πουρτουφουλά, αυτός που είνι έτσι. Ήπιαν κάτι ούζα τσ’έδωσα κάτι αυγά, λίγο σαλαμάκι σάπιο εκεί, λίγο τυράκι, 9 και 80 πες 9.
ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Γιατί να πω 9?
ΖΗΚΟΣ: Ήρθε μετά ο άλλος εκείνος ο πορτοφολάς, που τον κυνηγά η αστυνομηνία όλο. Ξέρεις ποιος σε λέω. Εκείνος που είναι έτσι, που φοράει την τραγιάσκα ανάποδα και σι κλέβει με το ένα μάτι. Ήρθε με μια παρέα, ήπιαν κάτι ούζα, 2 κατοστάρια, τσ’ έφτιαξα 2 αυγά λίγο σαλαμάκι, 16 και 40 πες 15.
ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Γιατί 15 ρε?
ΖΗΚΟΣ: Πες 15 για τη στρογγυλοποίηση, τι θα κάνουμε τώρα? Θα πάμε κόντρα τσι δεκαδικούς αριθμούς τώρα?
ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Όχι να μη πω 15!
ΖΗΚΟΣ: Σπαγγοραμμένε, τσιγκούναρε, Σκωτσέζε!

ΦΙΦΙΚΑ: Κυρ Παντελή! Πάρτε κανένα μεζεδάκι! Καμιά σαρδελίτσα...
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Πα πα! Αλμυρά ποτέ!
ΖΗΚΟΣ: Ναι, αλμυρά δεν τρώει γιατί το απαγορεύει ο κτηνίατρος!

...κι άλλες χιλιάδες!


πηγή υπόθεσης: Multimedia CD-ROM Ελληνικός Κινηματογράφος 1997 ΕΘΝΟDATA
Φωτογραφία: Το Κουτί Με τις Ατάκες, Εκδόσεις Σιούρτης